- συνανάμιξις
- -εως ἡ N 3 0-0-0-1-0=1 DnTh 11,23combination with another, league [πρός τινα]; neol.
Lust (λαγνεία). 2014.
Lust (λαγνεία). 2014.
συνανάμιξις — ίξεως, ἡ, Μ [συναναμ(ε)ίγνυμι] επικοινωνία, συναναστροφή … Dictionary of Greek
συναναμίξῃ — συναναμίξηι , συνανάμιξις combination with another fem dat sg (epic) συναναμί̱ξῃ , συναναμίγνυμι aor subj mid 2nd sg συναναμί̱ξῃ , συναναμίγνυμι aor subj act 3rd sg συναναμί̱ξῃ , συναναμίγνυμι fut ind mid 2nd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)